Επικοινωνία | Sitemap            Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017    
Αγορά » Ελληνική Αγορά  Αναζήτηση:  
Ελληνική Αγορά
Ελληνική Αγορά

Σύνολο κλάδου τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα
 
Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών στην Ευρώπη είναι σε ύφεση τα τελευταία έτη, το 2015 όμως διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, με όχημα τα έσοδα από δεδομένα. Οι τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα έχουν παρουσιάσει ακόμα βαθύτερη μείωση της δραστηριότητας τους, καθώς το δυσμενές επενδυτικό περιβάλλον, η υπερφορολόγηση των υπηρεσιών και το έντονα υφεσιακό περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας έχουν επιδράσει άμεσα στα έσοδα τους με μείωση κατά 38% από το 2007 έως το 2014 (πηγή: Eurostat, βλ. κεφάλαιο 2.2, σχήμα 2.10). Σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον όμως, οι τηλεπικοινωνίες εξελίσσονται και διαφοροποιούνται σε σχέση με το παρελθόν. Ειδικότερα:
Η φωνή σε όγκους τόσο στα σταθερά όσο και στα κινητά δίκτυα είναι στάσιμη, ενώ           σε έσοδα μειώνεται συνεχώς
Η ψηφιακή τηλεόραση αποτελεί ένα ανερχόμενο κλάδο με αυξανόμενη διείσδυση             στον πληθυσμό 
Ακολουθώντας με καθυστέρηση τις διεθνείς τάσεις, σημειώνεται ταχύτατη αύξηση             της χρήσης δεδομένων μέσω κινητών συσκευών και μείωση της χρήσης μηνυμάτων
Γρήγορη ανάπτυξη και μεγάλες μελλοντικές δυνατότητες παρουσιάζουν οι κινητές             εφαρμογές (mobile Apps)
Οι πάροχοι κινητής και σταθερής τηλεφωνίας συγχωνεύονται ή συνεργάζονται και             προωθούν συνδυαστικά πακέτα που παρέχουν στους συνδρομητές υπηρεσίες                   σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, διαδικτύου και ψηφιακής τηλεόρασης. 

Συνολικά, το 2015 οι τηλεπικοινωνίες και οι συνδεόμενες υπηρεσίες με αυτές δημιούργησαν έσοδα της τάξης των €4,57 δισ.
  
3.1.2. Αποτελέσματα κινητών τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα
 
Τα έσοδα των κινητών τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα παρουσιάζουν μείωση για 8 συνεχή έτη. Η συνολική μείωση από την περίοδο 2008-2015 ανέρχεται σε 52%. 
 
Το 2015 τα έσοδα του κλάδου από υπηρεσίες μειώθηκαν κατά -2,9%, ρυθμός μείωσης που είναι ο χαμηλότερος από το 2008. Τα έσοδα έχουν επηρεαστεί αρνητικά από την υπεροφορολόγηση των υπηρεσιών, την οικονομική κρίση, τη μείωση των τιμών λόγω ανταγωνισμού και ρυθμιστικές αλλαγές στα τέλη τερματισμού. Ωστόσο, η επιβολή capital controls και η γενικότερη αβεβαιότητα το γ’ τρίμηνο του 2015 δεν φαίνεται να επηρέασαν σημαντικά τα έσοδα με βάση τα τριμηνιαία στοιχεία του κλάδου.
 
Τα έσοδα από δεδομένα και οι πωλήσεις συσκευών έχουν συμβάλλει θετικά στα έσοδα. Το 2015, τα έσοδα από δεδομένα αυξήθηκαν κατά 11,1% και αποτελούν πλέον το 13,8% των συνολικών εσόδων από υπηρεσίες. Εφόσον η ελληνική οικονομία επανέλθει σε ανάκαμψη και αντιμετωπιστούν τα φορολογικά και ρυθμιστικά εμπόδια στην ανάπτυξη του κλάδου (βλ. κεφάλαιο 4.2), διαφαίνεται ότι όπως και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κλάδος μπορεί να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με όχημα τα έσοδα από δεδομένα.
 
Το EBITDA του κλάδου το 2015 συνεχίζει να μειώνεται για 7ο έτος, αν και με χαμηλότερο ρυθμό και κυμαίνεται σε επίπεδα ελαφρά χαμηλότερα από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (32% περιθώριο στην Ελλάδα έναντι 33% στην Ευρώπη).  Ο κλάδος έχει περιορίσει σημαντικά τα έξοδα του τα τελευταία έτη, επιτυγχάνοντας να συγκρατήσει τη μείωση του EBITDA. 

3.1.3. Δείκτες κινητών τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα
Ο αριθμός των συνδρομητών παρουσιάζει μικρή μείωση το 2015 κατά 3% και τα τελευταία έτη κυμαίνεται γύρω στα 16 εκ. Ο αριθμός των συνδρομητών είναι ο μόνος δείκτης που φαίνεται να επηρεάστηκε από την επιβολή των capital controls με εμφανή μείωση το γ’ τρίμηνο που ωστόσο διορθώθηκε πλήρως το δ’ τρίμηνο. 
 
Το 2014 και 2015, τα έσοδα ανά χρήστη (ARPU) στην Ελλάδα μειώνονται περαιτέρω κατά 2% ελαφρά κάτω από τα 10€ μηνιαίως. Η χαμηλότερη τιμή ανά λεπτό ομιλίας και η χαμηλότερη διείσδυση δεδομένων στην Ελλάδα επιδρούν αρνητικά στο δείκτη αυτό.
 
Τα λεπτά ομιλίας ανά χρήστη αυξήθηκαν κατά 0,9%. Γενικότερα, ο κλάδος της ομιλίας είναι στάσιμος ως προς τη χρήση ανά συνδρομητή και συνολικά.
 
Η χρήση δεδομένων από τους καταναλωτές στην Ελλάδα αυξάνεται ραγδαία (4,2 υψηλότερος από το 2010) ενώ εμφάνισε ιδιαίτερα υψηλή αύξηση το 2015 (70,8%).  
Σχήμα 3 11 Όγκος δεδομένων (επεξεργασία στοιχείων παρόχων)
Ωστόσο, η χρήση δεδομένων υπολείπεται σημαντικά έναντι των άλλων χωρών της ΕΕ-28, τόσο στην αναλογία δεδομένων προς λεπτά ομιλίας, όσο και στην κατοχή smartphones. Με βάση στοιχεία του Vodafone Group, η Ελλάδα είναι στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών στις οποίες δραστηριοποιείται στη χρήση δεδομένων, έχοντας πλέον ξεπεραστεί ακόμα και από χώρες χαμηλότερου εισοδήματος, όπως η Ρουμανία. 
 
 
Όσον αφορά στη χρήση δεδομένων ανά συνδρομητή, τα Gigabytes/συνδρομητή στην Ελλάδα ανέρχονται σε 2,0 έναντι 6,4 κατά μέσο όρο στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται. Στις υπόλοιπες χώρες ο εν λόγω δείκτης κυμαίνεται από 4,2 στη Ρουμανία έως 7,2 στην Ισπανία.

Ψηφιακή Ατζέντα 2020: Η Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση
 
Σύγκριση Ελλάδας – ΕΕ σε βασικούς δείκτες
Ο σταδιακός μετασχηματισμός της «πραγματικής» οικονομίας σε ψηφιακή οδήγησε την πολιτική ηγεσία της ΕΕ στην δημιουργία της Ψηφιακής Ατζέντας στα μέσα του 2010. Με τον τρόπο αυτό κατέστη δυνατή η διαρκής παρακολούθηση της εξέλιξης των ψηφιακών υποδομών, της χρήσης τους και της συνεισφοράς τους στην οικονομική ευημερία κάθε κράτους μέλους. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν επιμέρους στόχοι (Pillars) για κάθε τομέα οικονομικής δραστηριότητας που μπορεί να επηρεαστεί άμεσα ή έμμεσα από την χρήση ψηφιακών υποδομών (υγεία, παιδεία, δημόσια διοίκηση, κτλ.) με βασικό γνώμονα τη δημιουργία μιας ενιαίας ψηφιακής αγοράς για όλη την ΕΕ.
 
Στο πλαίσιο αυτό το 2015 η ΕΕ εισήγαγε τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (εφεξής DESI - Digital Economy and Society Index) για να προσφέρει με συντομία και αποτελεσματικότητα πληροφορίες για την κατάσταση κάθε χώρας και την σχετική της κατάταξη έναντι των υπολοίπων κρατών μελών. Ο DESI αποτελείται από 5 βασικούς άξονες:
 
1. Συνδεσιμότητα (Connectivity) 
Ο υποδείκτης συνδεσιμότητας μετρά την ύπαρξη των ευρυζωνικών δικτύων και την ποιότητά τους. Η πρόσβαση σε υψηλής ταχύτητας υπηρεσίες είναι απαραίτητη για την ανταγωνιστικότητα κάθε κράτους μέλους στην ενιαία ψηφιακή αγορά.
2. Ανθρώπινο κεφάλαιο (Human Capital)
Ο υποδείκτης ανθρώπινου κεφαλαίου μετρά την ύπαρξη των απαραίτητων προσόντων (skills) που επιτρέπουν σε μια χώρα να εκμεταλλευτεί και να κεφαλαιοποιήσει τις υπάρχουσες ψηφιακές υποδομές. Τα προσόντα αυτά ξεκινούν από τα απολύτως απαραίτητα για την πρόσβαση και χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών και προϊόντων μέχρι τα εξειδικευμένα προσόντα που επιτρέπουν στο ανθρώπινο δυναμικό την αύξηση της παραγωγικότητάς τους και την εν γένει οικονομική ανάπτυξη  
3. Χρήση του Διαδικτύου (Use of Internet)
Ο υποδείκτης χρήσης του Διαδικτύου μετρά τις δραστηριότητες των πολιτών που ήδη χρησιμοποιούν κάποιες από τις υπάρχουσες υπηρεσίες. Αυτές περιλαμβάνουν την κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου (video, μουσική, παιχνίδια, κτλ.) μέχρι τις διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές και αγορές.
4. Ενσωμάτωση της Ψηφιακής Τεχνολογίας (Ιntegration of Digital Technology)
Ο υποδείκτης ενσωμάτωσης ψηφιακής τεχνολογίας μετρά την ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και την εκμετάλλευση των διαδικτυακών πωλήσεων. Με την υιοθέτηση ψηφιακών μέσων οι επιχειρήσεις μπορούν να αυξήσουν την αποδοτικότητά τους, να μειώσουν τα κόστη τους και να επικοινωνήσουν καλύτερα με τους πελάτες, προμηθευτές και συνεργάτες τους. Επίσης το Διαδίκτυο προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών σε διεθνείς αγορές. 
5. Ψηφιακές Δημόσιες Υπηρεσίες (Digital Public Services)
Ο υποδείκτης ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών μετρά την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (eGovernment) και ηλεκτρονικών παροχών υγείας (eHealth). Η αναβάθμιση των υπηρεσιών αυτών μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα της δημόσιας διακυβέρνησης και της επαφής του δημοσίου με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
 
Η Ελλάδα βρίσκεται στην 26η θέση στην ΕΕ-28 και κατατάσσεται στην ομάδα των χωρών με την χαμηλότερη επίδοση στον DESI  . Η επίδοσή της αυτή δεν αποδίδεται σε στατιστικά αίτια, καθώς η ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis) ως προς τα βάρη (weights) του DESI δεν την επηρεάζει ουσιαστικά (εύρος από 25η έως 28η θέση της κατάταξης). Συνολικά η ΕΕ εξελίσσεται και μετασχηματίζεται σε μια ψηφιακή οικονομία αλλά η σύγκλιση των κρατών μελών γίνεται με διαφορετικούς ρυθμούς. Μια συνοπτική περιγραφή της Ελλάδας έναντι της ομάδας χωρών με χαμηλή επίδοση αλλά και του μέσου όρου της ΕΕ παρουσιάζεται στο παρακάτω διάγραμμα (Σχήμα 3.13)
Είναι αξιοσημείωτο ότι μεταξύ του 2014 και 2016 η Ελλάδα αναβαθμίστηκε σημαντικά στην Συνδεσιμότητα (από 0,33 σε 0,43) και στις Ψηφιακές Δημόσιες Υπηρεσίες (από 0,27 σε 0,46). Σε μεγάλο βαθμό η προσθήκη συνδέσεων τέταρτης γενιάς (4G) και υπηρεσιών VDSL βοήθησαν στο πρώτο ενώ η ενσωμάτωση υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης αναβάθμισε το δεύτερο. Παρά την βελτίωση αυτή η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς.

 
Σύγκριση Ελλάδας, μέσου όρου ομάδας χωρών χαμηλής απόδοσης και μέσου όρου ΕΕ για τον DESI 2016, (Ψηφιακό Θεματολόγιο)

Η παρατεταμένη περίοδος οικονομικής ύφεσης δημιουργεί την ανάγκη θέσπισης προτεραιοτήτων σε ένα μεγάλο εύρος πολιτικών και τα θέματα της ψηφιακής οικονομίας δεν εξαιρούνται από αυτή την διαδικασία. Συγκεκριμένα αναζητώνται οι παρεμβάσεις που θα έχουν τον μεγαλύτερο οικονομικό αντίκτυπο σε σύντομο χρονικό διάστημα και με το μικρότερο δυνατό κόστος. Για να επιτευχθεί αυτό διαχωρίζουμε τους τομείς δράσης σε τρία επίπεδα:
1. Στην δημιουργία των αναγκαίων υποδομών (κινητά και σταθερά δίκτυα)
2. Στην χρήση των υπηρεσιών από ιδιώτες και επιχειρήσεις
3. Στην άσκηση πολιτικών που να διευκολύνουν την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας εντός και εκτός της ΕΕ.
Τα τρία αυτά επίπεδα ανάλυσης επιτρέπουν την εύρυθμη λειτουργία του ψηφιακού οικοσυστήματος και οδηγούν στην οικονομική ανάπτυξη. Η ψηφιακή οικονομία αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο πυλώνα για την Ελλάδα στην προσπάθεια της χώρας για μια νέα αρχή.
 
Οι επικοινωνιακές υποδομές στην Ελλάδα παρουσιάζουν μια ασύμμετρη εικόνα. Η επιβράδυνση των επενδύσεων μετά το 2008 τόσο στα σταθερά όσο και στα κινητά δίκτυα αποδίδεται αρχικά στην οικονομική πορεία της χώρας, την έλλειψη χρηματοδοτήσεων και τα αυξημένα επίπεδα κινδύνου. Ωστόσο η έλλειψη ανταγωνισμού στην σταθερή σε επίπεδο υποδομών οδήγησε στην περαιτέρω καθυστέρηση στις επενδύσεις για δίκτυα νέας γενιάς (VDSL) και ακύρωσε την αρχική προσπάθεια για εκτεταμένη χρήση δικτύων οπτικών ινών (FTTH). Αντιθέτως τα δίκτυα τέταρτης γενιάς στην κινητή (4G) παρουσίασαν μια εντυπωσιακή πορεία. Συγκεκριμένα η Ελλάδα το 2015 ξεπέρασε τον μέσο Ευρωπαϊκό όρο στο ποσοστό κάλυψης δικτύων 4G αγγίζοντας το 79,4% κάλυψης έναντι 70,2% του μέσου όρου. Την ίδια χρονιά η κάλυψη δικτύων νέας γενιάς σταθερής (VDSL) εμφανίζεται στα μισά του μέσου όρου της ΕΕ φθάνοντας μόλις στο 36% έναντι 71% των άλλων κρατών. Η πρόσφατη επέκταση κάλυψης VDSL δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί σε επίσημα στοιχεία και συνεπώς αναμένεται σύντομα μια βελτίωση στον τομέα αυτό. Η συνδυαστική χρήση κινητών και σταθερών δικτύων για επίτευξη υψηλότερων ταχυτήτων (hybrid access) αναμένεται να βοηθήσει στην κατεύθυνση αυτή. Σε επίπεδο βασικών δικτύων η Ελλάδα υπερτερεί του μέσου όρου της ΕΕ με σχεδόν πλήρη κάλυψη τόσο σε 3G δίκτυα όσο και σε ADSL. (Σχήμα 3.14)
 
 
 
Στο δεύτερο επίπεδο που αφορά την χρήση των υπηρεσιών η εικόνα φαίνεται να αλλάζει.
 
Η πρόσφατη εντατικοποίηση των επενδύσεων στα δίκτυα κινητής εμφανίζεται και στις επιδόσεις των δικτύων. Έτσι ενώ στις σταθερές συνδέσεις η Ελλάδα αγγίζει το 50,7% της διαφημιζόμενης ταχύτητας έναντι του 61,9% που εμφανίζει ο μέσος όρος της ΕΕ (2015) στην κινητή τηλεφωνία η κατάσταση είναι διαφορετική. Τα δίκτυα 4G στην Ελλάδα επιτυγχάνουν μέση πραγματική (όχι διαφημιζόμενη) ταχύτητα λήψης 20,8 Mbps και ξεπερνούν το μέσο όρο στην Ευρώπη που φθάνει στα 14,9 Mbps  . Παρά το υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών στην κινητή που τροφοδοτείται από την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις η χρήση τους παραμένει στην χαμηλότερη θέση στην ΕΕ. Στην Ελλάδα μόλις το 44% των πολιτών χρησιμοποιεί κινητή ευρυζωνική σύνδεση έναντι 75% στην ΕΕ. Αντίθετα στην σταθερή ευρυζωνικότητα η χώρα είναι πολύ κοντά (66%) στον μέσο όρο (72%). Το ποσοστό χρήσης mobile broadband στην Ελλάδα είναι δυσανάλογο της πραγματικής κατάστασης των δικτύων και φαίνεται να σχετίζεται με την υψηλή έμμεση φορολογία των εν λόγω υπηρεσιών (βλ. κεφάλαιο 4.2.2). Η κατάσταση αυτή αποτελεί τροχοπέδη για την χρήση των υπηρεσιών και επιβραδύνει τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε όλους τους συναρτώμενους τομείς της οικονομίας. 
Η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στην ενσωμάτωση των ψηφιακών υπηρεσιών στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων και στην χρήση τους σαν καταλύτη δημιουργίας νέων επιχειρηματικών πλάνων (business plans). Ελάχιστες μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις (εφεξής ΜΜΕ) αγοράζουν (5,3%) ή πωλούν (6,1%) προϊόντα ηλεκτρονικά στην Ελλάδα, ενώ στην ΕΕ παρατηρούνται υπερτριπλάσιες σχεδόν επιδόσεις. Η κατάσταση είναι παρόμοια και για τις μεγάλες επιχειρήσεις τόσο σε ηλεκτρονικές αγορές (9,4 %) όσο και σε πωλήσεις (13,4%). Ο τζίρος από το ηλεκτρονικό εμπόριο στην ΕΕ αγγίζει το 25% ενώ στην Ελλάδα είναι μόλις 1,7% για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η επιχειρηματική εξωστρέφεια είναι περιορισμένη, καθώς μόλις το 3,4% των ΜΜΕ πουλά προϊόντα και υπηρεσίες εκτός συνόρων και έτσι δεν εκμεταλλεύεται την ενιαία Ευρωπαϊκή αγορά των 500 και πλέον εκατομμυρίων πολιτών. Αν και συχνά αναφέρεται σαν ένα Ευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς μόλις το 7,5% των ΜΜΕ της ΕΕ δραστηριοποιείται εκτός των εθνικών συνόρων στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο (Σχήμα 3.15).
 
Σχετικά με την χρήση των ψηφιακών δυνατοτήτων για την οργάνωση, την διοίκηση και την προσαρμογή εσωτερικών διαδικασιών των ελληνικών επιχειρήσεων η κατάσταση είναι σαφώς πιο βελτιωμένη. Οι ελληνικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα περισσότερο από τις Ευρωπαϊκές (18,4% έναντι 17,8%) και συχνά εγκαθιστούν συστήματα ERP   (36,5% έναντι 35,6%). Σε θέματα οργάνωσης της επαφής με τους πελάτες (CRM  , διαδικτυακή διαφήμιση και δημιουργία ιστοσελίδας) και τους προμηθευτές (e-Supply chain) υστερούν του μέσου όρου της ΕΕ. Επίσης δεν διασυνδέουν το προσωπικό τους με επαρκώς εξελιγμένες κινητές συσκευές και υπηρεσίες απομακρυσμένης πρόσβασης στα πληροφοριακά τους συστήματα γεγονός που αντανακλάται και στην εξαιρετικά χαμηλή χρήση υπηρεσιών cloud (6,5% έναντι 20,5% στην ΕΕ). Το τελευταίο συνδέεται και με την χαμηλότερη «παραγωγή» πτυχιούχων με υψηλή κατάρτιση (1,4% έναντι 2,8% στην ΕΕ) αλλά και με τους τομείς δραστηριοποίησης των περισσοτέρων επιχειρήσεων. Η χειρότερη επίδοση φαίνεται στην χρήση ηλεκτρονικών αποδείξεων (4,1% έναντι 31,5%) που αντανακλά την υψηλή συγκέντρωση ατομικών και πολύ μικρών επιχειρήσεων όσο και την φορολογική αστάθεια της χώρας.
 
Η καθυστέρηση των ελλληνικών επιχειρήσεων να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες έχει σημαντική επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα τους. Με βάση μελέτη του ΙΟΒΕ , η ευρύτερη υιοθέτηση ΤΠΕ από ελληνικές ΜΜΕ αυξάνει την πιθανότητα να καινοτομήσουν κατά 4‐9 ποσοστιαίες μονάδες και την πιθανότητα να κάνουν εξαγωγές κατά 1,5‐4 ποσοστιαίες μονάδες.
Τέλος, η Ελλάδα είναι ουραγός στην ΕΕ-28 στις συνδέσεις Μ2Μ. Οι συνδέσεις Μ2Μ αφορούν στην αυτοματοποίηση της ασφάλειας οικιών και γραφείων, σε έξυπνους μετρητές για ενέργεια και ύδρευση, ηλεκτρονικά συστήματα αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών-ηλεκτρικών συσκευών, την υγεία κ.α. Χρησιμοποιούνται ήδη τόσο από καταναλωτές όσο και από επιχειρήσεις σε αυξανόμενο βαθμό διεθνώς. 

Επιλογή δεικτών προτεραιότητας για ταχύτερη σύγκλιση 
Η Ελληνική οικονομία μπορεί να χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα εργαλεία της ΕΕ για να αντιστρέψει την παρούσα κατάσταση. Ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας φαίνεται να σχετίζεται με την υψηλού επιπέδου έρευνα στα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα για το 2015 ήταν πρώτη στην ΕΕ (ανά μονάδα προστιθέμενης αξίας) στις χρηματοδοτήσεις έρευνας για Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) και έβδομη σε απόλυτα μεγέθη (μετά την Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Ολλανδία) ξεπερνώντας κορυφαίες οικονομίες στους τομείς αυτούς όπως η Σουηδία, η Ιρλανδία, η Φινλανδία και η Δανία και αγγίζοντας τα €77,6 εκ. Ταυτόχρονα η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην εκμετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων ήταν σημαντική τόσο για μεγάλες (€11,2 εκ.) όσο και για ΜΜΕ (€12,7 εκ.) . Η σύνδεση του ερευνητικού προϊόντος με την διεθνή αγορά για την παροχή υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας είναι μια βάσιμη προοπτική για αλλαγή της παρούσας κατάστασης. 
 
Χρηματοδότηση έρευνας από Ευρωπαϊκούς πόρους στην Ελλάδα (2015), (Ψηφιακό Θεματολόγιο) 
Ένας ακόμα βασικός άξονας για την βελτίωση της υφιστάμενης θέσης της Ελλάδας είναι η ευρεία χρήση των ψηφιακών υπηρεσιών για εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το 21% των πολιτών στην Ελλάδα χρησιμοποιεί υπηρεσίες eBanking έναντι 57% του μέσου όρου της ΕΕ. Η μείωση των τιμών στην πρόσβαση στο Διαδίκτυο και η σταδιακή διευκόλυνση στην πραγματοποίηση συναλλαγών αναμένεται να βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα η πολιτεία μπορεί να παρέμβει με άμεσο τρόπο στην διαδικασία αυτή ώστε να κινητοποιήσει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις να συμμετέχουν ενεργά. Τα κέρδη από την καλύτερη οργάνωση και ψηφιοποίηση των συναλλαγών είναι σημαντικά και επιτρέπουν την παροχή στοχευμένων τραπεζικών υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. 
Ο βασικός μοχλός κινητοποίησης των παραπάνω συναλλαγών θα οδηγήσει και  στην ευρύτερη χρήση σταθερών και κινητών ευρυζωνικών συνδέσεων. Με την ενσωμάτωση των καθημερινών συναλλαγών των πολιτών μέσω Διαδικτύου θα επιτευχθούν και οι στόχοι για μεγαλύτερη χρήση κινητής και σταθερής ευρυζωνικότητας. Η επέκταση των δικτύων νέας γενιάς (VDSL) στην Ελλάδα και η μείωση των τιμών που θα επιφέρει ο ανταγωνισμός θα ωθήσουν όλους τους σχετικούς δείκτες σε σημαντική αύξηση τα επόμενα χρόνια. Ο καταλύτης για αυτή την αλλαγή είναι η ενίσχυση των κινήτρων για χρήση των ψηφιακών μέσων.
Συνολικά η παροχή κινήτρων για χρήση των υπηρεσιών eBanking και eGovernment από όλους τους πολίτες με θέσπιση σημαντικών εκπτώσεων αλλά και η κεφαλαιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων με στόχο την δημιουργία νέων εξωστρεφών επιχειρήσεων αποτελούν το βασικό πλάνο για ταχύτερη επίτευξη των Ευρωπαϊκών στόχων και έξοδο από την οικονομική κρίση. Το πρώτο θα βοηθήσει την μεγάλη μάζα των ΜΜΕ να ενταχθούν στη νέα πραγματικότητα και να αντιληφθούν τα άμεσα οφέλη από την ψηφιακή οργάνωση και λειτουργία και το δεύτερο θα εκμεταλλευτεί το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας και τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα από την δημιουργία υγιών επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα. Προς τούτο είναι σκόπιμος ο επανασχεδιασμός των φορολογικών κινήτρων για επιχειρήσεις στον τομέα των ΤΠΕ.
 
Linkedin
Copyright 2009 - 2016 Ένωση Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας   |  Δήλωση Προστασίας Δεδομένων  |  Όροι Χρήσης